Προβληματισμοι ως προς το νεο συστημα διορισμου εκπαιδευτικων

Γράφει η Μαρία Αγγελική Δρίκου

Αναβρασμός επικρατεί τον τελευταίο σχεδόν μήνα στους κόλπους των αναπληρωτών εκπαιδευτικών σχετικά με τα κριτήρια διορισμού που εξήγγειλε η κυβέρνηση. Η δεκαετία αδιοριστίας δηλώνεται ότι θα αρθεί με το εξαγγελθέν συνακόλουθο τριετές σύστημα διορισμού. Βήμα ευχάριστο και ευοίωνο.  Άρα προς τι ο αναβρασμός; Ως προς τα κριτήρια πρόσληψης.

Ανακοινώθηκε και αναμένεται να ψηφιστεί- με κάποιες ίσως μικροαλλαγές- το σύστημα πρόσληψης. Θέμα πρώτο. Δεν θα υπάρξει γραπτός διαγωνισμός ΑΣΕΠ.  Συμπεριλαμβάνονται εξίσου στα «προσόντα» των εκπαιδευτικών η προϋπηρεσία, τα ακαδημαϊκά τους προσόντα και κάποια κοινωνικά κριτήρια.  Θέμα δεύτερο. Τι είναι και πώς αξιολογείται το καθένα; Η προϋπηρεσία προσμετράται με ένα μόριο για κάθε έναν μήνα εργασίας ως αναπληρωτής δημοσίου σχολείου ( με εξαίρεση κάποιους εκπαιδευτικούς ιδιωτικών σχολείων όπως διευκρινίζεται στην απάντηση 19 , δες: https://www.minedu.gov.gr/rss/39031-08-01-19-systima-diorismou-monimon-ekpaideftikon-erotiseis-apantiseis) ως τους πρώτους 120 μήνες, άρα κατά μέγιστο 120 μονάδες απ’ αυτή.  Στα ακαδημαϊκά κριτήρια συνυπολογίζονται τα εξής: 40 μονάδες το διδακτορικό δίπλωμα, 20 μονάδες ο μεταπτυχιακός τίτλος  και άλλες 8 μονάδες ο δεύτερος, 16 μονάδες η κατοχή δεύτερου πτυχίου , ως 21 μονάδες αναλογικά με τον βαθμό κτήσης πτυχίου, ως 8 μονάδες η άριστη κατοχή μίας ξένης γλώσσας, 4 μονάδες η πιστοποιημένη γνώση ηλεκτρονικού υπολογιστή και 4 μονάδες  η πιστοποιημένη επιμόρφωση ΑΕΙ διάρκειας τουλάχιστον τριακοσίων ωρών και επτά μηνών. Συνολικά 120 μονάδες από τα ακαδημαϊκά κριτήρια. Οφείλεται να παρατεθεί ότι υπολογίζονται επιπλέον κάποια κοινωνικά κριτήρια όπως ο αριθμός των τέκνων (τρεις μονάδες για κάθε τέκνο) και η αναπηρία 67% και άνω του υποψηφίου ή του/της συζύγου ή τέκνου με  είκοσι μονάδες.

Οφείλω ως εκπαιδευτικός που πληροί τα περισσότερα από τα ακαδημαϊκά κριτήρια και έχω εννέα χρόνια προσφοράς (ισάξια της προϋπηρεσίας) στο δημόσιο σχολείο να  καταθέσω τους εξής προβληματισμούς μου όσον αφορά την επικινδυνότητα του παρόντος συστήματος πρόσληψης που κατά την άποψή μου μόνο «ισορροπημένο» δεν είναι κ. Γαβρόγλου.

Προφανέστατα και στην επερχόμενη πρόσληψη μόνιμων διορισμών δεν απειλούνται όσοι κατέχουν 9 ή 10 ή 11 χρόνια υπηρεσίας στα σχολεία κι αυτό γιατί οι αδιόριστοι εκπαιδευτικοί μηδενικής προϋπηρεσίας (που τουλάχιστον για τους δασκάλους) δεν ξεπερνούν τα 28-29 έτη, δεν έχουν καταφέρει να αποκτήσουν διδακτορικό δίπλωμα ταυτόχρονα με δεύτερο πτυχίο και δεύτερο μεταπτυχιακό. Δεν είναι μηχανές παραγωγής γνώσης και το νεαρό της ηλικίας τους δεν τους επιτρέπει την απόκτηση τόσων ακαδημαϊκών τίτλων.  Συνεπώς, ας μην παρέχουμε φρούδες ελπίδες για ίση συμμετοχή στο σύστημα πρόληψης. Και η αδικία επέρχεται και για τους αδιόριστους συναδέρφους που νομίζουν πως μαζεύοντας όλους τους τίτλους και καταβάλλοντας πολλά χρήματα θα συναγωνιστούν τους παλαιότερους συναδέρφους.

Όσον αφορά τους παλιούς πλέον συναδέρφους, που για αρκετά χρόνια αναπλήρωναν τον εαυτό τους στα σχολεία, τους λεγόμενους «τυχερούς», πληρώνουν την προσφορά τους στη δημόσια παιδεία. Θεωρείται αρκετά εύκολο να ολοκληρώσεις και να κατακτήσεις έναν μεταπτυχιακό τίτλο αν υπηρετείς στα ακριτικά μέρη της χώρας επί σειρά ετών με τον μισθό που σου γίνεται, όταν τα περισσότερα μεταπτυχιακά πλέον και στην Ελλάδα είναι επί πληρωμή; Η απάντηση  εξαρτάται από το ποιον ρωτάς. Όποιος έχει ζήσει σε νησί που δεν έχει πανεπιστήμιο κοντά ώστε να παρακολουθεί τα μαθήματα του μεταπτυχιακού ή όποιος τοποθετούνταν κάθε χρόνο και σε άλλο μέρος σύμφωνα με τις ανάγκες της υπηρεσίας θα καταλάβει πως είναι πράγμα αδύνατο. Όσοι μένουν μόνιμα σε μια μεγάλη πόλη θα το θεωρήσουν σχετικά εύκολο ως προς την πραγματοποίησή του.

Στην πρώτη ομάδα, αυτή των νομάδων εκπαιδευτικών, όταν δημιουργούνταν η ανάγκη απόκτησης μεταπτυχιακού τίτλου, είχαν δύο λύσεις: ή επέλεγαν μια περιοχή που τους διευκόλυνε για την απόκτηση τίτλου με κίνδυνο να χάσουν την προϋπηρεσία τους ή επέλεγαν τα εξ αποστάσεως μεταπτυχιακά. Πρώτο και κύριο σ’ αυτή την κατηγορία των εξ αποστάσεως μεταπτυχιακών ήταν αυτό από το Πανεπιστήμιο Λευκωσίας με κόστος απόκτησης τίτλου 5.000-7.000 ευρώ. Δεύτερα και πιο εύκολα ως προς την απόκτηση, αυτά της Ρώμης, Φλωρεντίας και Βουλγαρίας. Περίπου στα 5.000 ευρώ το κόστος κι αυτών όπως έχω πληροφορηθεί από συναδέρφους που τα απέκτησαν.  Δυστυχώς το ΕΑΠ και άλλα εξ αποστάσεως μεταπτυχιακά ελληνικών πανεπιστημίων έρχονται τρίτα στις προτιμήσεις και παρακαλείστε να αναζητήσετε τους λόγους.

Όσοι λοιπόν εργάζονταν όλα αυτά τα χρόνια, οι «τυχεροί», οι «αχάριστοι», θα έπρεπε να ανταπεξέλθουν οικονομικά στα έξοδα μιας δεύτερης κατοικίας όπου τους τοποθετούσαν και στο κόστος των μεταπτυχιακών. –Παρατηρείτε ότι παραβλέπω να αναφέρω το άδικο του χωρισμού οικογενειών , της ταλαιπωρίας της αδιοριστίας και του αβέβαιου της αυριανής τοποθέτησης σε άλλο μέρος κάθε φορά ως γεγονότα που έχουν ειπωθεί τόσες πολλές φορές που καταντούν κουραστικά σ’ όσους δεν τα γνωρίζουν-.  Σε πολλές περιπτώσεις και ίσως με τη βοήθεια των γονιών –γιατί και οι εκπαιδευτικοί έχουν γονείς- κάτι τέτοιο καθίστατο εφικτό. Σε κάποιες άλλες όχι. Κι έτσι, όσοι και όσες τόσα χρόνια δηλώνουν παρόντες και παρούσες στην κάλυψη των κενών όπου αυτά προέκυπταν αρχίζουν τώρα να προσμετράνε τα προσόντα τους για να πειστούν και οι ίδιοι ότι αξίζουν να διοριστούν.

Ποια η επικινδυνότητα λοιπόν του παρόντος συστήματος πρόσληψης; Πέραν από την πληρωμή των περισσότερων μεταπτυχιακών εντός και εκτός Ελλάδας, πληρώνει κάθε υποψήφιος για την απόκτηση τίτλου ξένης γλώσσας, γνώσης χειρισμού υπολογιστών (εκτός από κάποιους που προλάβαμε πριν το 2015 να δώσουμε εξετάσεις στο Α’ επίπεδο ΤΠΕ που δίνονταν μέσω της υπηρεσίας δωρεάν- άρα πάλι αδικημένοι όσοι δεν εργάζονταν γιατί κι εκεί θα πρέπει να πληρώσουν) και  σεμιναρίου 300 ωρών. Άρα πού είναι το ισορροπημένο του συστήματος; Όταν το πτυχίο σου, το 4ετές πτυχίο σου δεν θεωρείται επαρκές για την πρόσληψή σου, τότε παίζουν ρόλο το πόσα χρήματα μπορείς να διαθέσεις για να εξασφαλίσεις τη θέση  σου. Χωρίς να θέλω να παραβλέψω τον κόπο και το διάβασμα και την προσπάθεια των συναδέρφων, βασική προϋπόθεση για να επιτευχθούν τα περισσότερα ακαδημαϊκά κριτήρια είναι η κατοχή χρημάτων προς επένδυση!

Το επικίνδυνο λοιπόν του εξαγγελθέντος συστήματος είναι η επιβεβαίωση μιας ελιτίστικης παιδείας που μόνο δωρεάν δεν είναι! Εάν όλα τα ανωτέρω παρέχονταν δωρεά

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *